Μια σελίδα για τον παγκόσμιο ΠΟΝΤΙΑΚΟ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟ: Ιστορία - Μουσική - Κοινότητες
Α web page dedicated to promote the awareness of the HELLENIC PΟΝΤΙΑΝ culture


ΣΤΗΝ ΕΥΞΕΙΝΟ ΛΕΣΧΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗΚΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΘΙΑΣ ΧΑΛΟ
ΕΙΜΑΙ ΠΟΝΤΙΑ, ΕΙΜΑΙ ΕΛΛΗΝΙΔΑ, ΤΩΡΑ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΤΟ ΠΩ

εφημερίδα ΕύΞΕΙΝΟΣ ΠΟΝΤΟΣ  Ιούλιος 2001
 

Σε μία κατάμεστη από κόσμο αίθουσα την Πέμπτη 7 Ιουνίου 2001 έγινε στην αίθουσα της Ευξείνου Λέσχης Θεσσαλονίκης η παρουσίαση του βιβλίου της Θίας Χάλο, "Ούτε το ονομά μου", που αναφέρεται στην πραγματική ιστορία της μητέρας της Σάνο (Ευθυμίας) Χάλο, και απεικονίζει τη γενοκτονία του ποντιακού ελληνισμού.

Εκαντοντάδες επώνυμοι και ανώνυμοι κατέκλυσαν την αίθουσα της Ευξείνου Λέσχης, η οποία στάθηκε πολύ μικρή να χωρέσει το ενδιαφέρον αυτών των ανθρώπων, που αγωνιούσαν, να μάθουν από πρώτο χέρι την ιστορία της Χάλο, καθώς οι περισσότεροι έχουν ακούσει και μια παρόμοια ιστορία από τους γονείς, τους παππούδες και τις γιαγιάδες τους, για τα βάσανα που πέρασαν για να καταφέρουν να επιζήσουν από τη κεμαλική λαίλαπα των νεοτούρκων.

O ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΑΚΡΙΤΙΔΗΣ
Στους παρευρισκομένους χαιρετισμό απηύθυνε ο πρόεδρος της Ευξείνου Λέσχη Θεσσαλονίκης Παναγιώτης Ακριτίδης, ο οποίος μεταξύ άλλων ανέφερε: "Είναι μεγάλη τιμή για τη Εύξεινο Λέσχη, που παρευρίσκονται στην εκδήλωση η Θία και η Σάνο Χάλο, και η εκδήλωση αυτή αποτελεί σταθμό στην ιστορία της Λέσχης, μιας και η συγγραφέας Θία Χάλο αφηγείται παραστατικά την ιστορία της μητέρας της Ευθυμίας, μιας Πόντιας Ελληνίδας, η οποία επιβίωσε από την πεζοπορία θανάτου, που αφάνισε ολόκληρη την οικογένεια της. Η 91χρονη σήμερα Σάνο Χάλο, σε ηλικία 10 ετών έχασε ακόμη κι αυτό το ονομά της, το οποίο ήταν το ποντιακό Ευθυμία. Η οικογένειά της, την αποκαλούσε Θυμία. Οσοι είμαστε Πόντιοι, γνωρίζουμε ό,τι το Ευθυμία, είναι το Θυμία. Με τη συγγραφή του βιβλίου, πιστεύω ότι γίνεται  μια ιστορική στροφή, για την ανάδειξη της γενοκτονίας του ποντιακού ελληνισμού, αλλά και γενικότεραγια την ανάδειξη της γενοκτονίας σε βάρος όλου του ελληνισμού, στην περιοχή της Ιωνίας, της Καππαδοκίας, της ανατολικής Θράκης. Το βιβλίο αυτό, ήδη προκάλεσε αίσθηση στις ΗΠΑ και για πρώτη φορά κυβερνητικοί αξιωματούχοι των ΗΠΑ, κυβερνήτες Πολιτειών, Γερουσιαστές, βουλευτές, ασχολήθηκαν με αυτό το εθνικό θέμα της γενοκτονίας του ποντιακού ελληνισμού.

Ηδη στον ελλαδικό χώρο με ιδιαίτερη ικανοποίηση, πληροφορούμαστε από τον εκδοτικό οίκο, ότι το βιβλίο που τώρα παρουσιάζει είναι στην πρώτη θέση των πωλήσεων στην Βόρεια Ελλάδα. Μετά τις τελευταίες συζητήσεις που προκλήθηκαν λόγω της έκδοσης του βιβλίου αυτού, επανέρχεται όσο ποτέ άλλοτε, ως απόλυτα επιβεβλημένη, πέραν όλων των άλλων και η ανέγερση ενός εθνικού μνημείου του Ολοκαυτώματος, όλου του προσφυγικού ελληνισμού. Ο προσφυγικός κόσμος στο συνολό του, υπέστη τις διώξεις και τη γενοκτόνα πολιτική των νεοτούρκων και του Κεμάλ Αττατούρκ. Η πολιτική εξαφάνιση όλων των ελληνικών πληθυσμών, εντασσόταν μέσα στο κεμαλικό δόγμα, η Τουρκία στους Τούρκους. Η απουσία ενός εθνικού μνημείου του Ολοκαυτώματος δημιουργεί σήμερα ένα μεγάλο ηθικό και πολιτικό κενό. Η ελληνική πολιτεία με καθυστέρηση δεκαετιών αναγνώρισε τη γενοκτονία του ελληνισμού του Πόντου και καθιέρωσε την 19η Μαϊου ως μέρα μνήμης. Η αναγνώριση της γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου από το ελληνικό κοινοβούλιο, σήμανε κύρια, την ηθική, διπλωματική και πολιτική ευθύνη στη προώθηση του αιτήματος αναγνώρισης της γενοκτονίας από τη διεθνή κοινότητα, αλλά και στο υπεύθυνο σύγχρονο τουρκικό κράτος. Δυστηχώς οι επίσημες ελληνικές κυβερνήσεις, αλλά και όλες οι άλλες πολιτικές δυνάμεις, δεν ανταποκρίθηκαν στην πρόκληση αυτή. Οταν οι λαοί επαγρυπνούν και κινητοποιούνται υπέρ της ανθρώπινης ζωής και αξιοπρέπειας, τότε δεν υπάρχουν περιθώρια για νέα Ολοκαυτώματα. εάν εδώ και δεκαετίες, απαιτούσαμε την αναγνώριση της γενοκτονίας που διέπραξαν οι Τούρκοι σε βάρος όλων των λαών της Ανατολής, και το Τουρκικό κράτος εκαλείτο να απολογηθεί, για τα εγκλήματα τα οποία διέπραξε δεν θα είχαμε σήμερα διεκδικήσεις στο Αιγαίο, δεν θα είχαμε την κατάληψη του βόρειου τμήματος της Κύπρου, τους διωγμούς στην Κωνσταντινούπολη. Είναι καιρός όλες οι πολιτικές δυνάμεις του τόπου, να προωθήσουν στους διεθνείς θεσμούς και στις ξένες κυβερνήσεις, το εθνικό θέμα της γενοκτονίας με τελικό στόχο, να κληθεί να απολογηθεί στη διεθνή κοινότητα το τουρκικό κράτος για τα διαπραχθέντα εις βάρος της ανθρωπότητας εγκλήματα. Δυστηχώς τα τελευταία χρόνια, όχι μόνο δεν προωθήθηκε η αναγνώριση της γενοκτονίας, αλλά παρουσιάστηκαν και στοιχεία κάμψης και οπισθοχώρησης.

Το βιβλίο το οποίο παρουσιάζεται επίσημα στην εκδήλωση αυτή είμαι βέβαιος ό,τι θα δώσει ένα δυναμισμό και θα ευαισθητοποιήσει τη διεθνή κοινότητα, η οποία μέχρι σήμερα δυστυχώς κρατά ίσες αποστάσεις, εξομοιώντας θύτες και θύματα. Το διοηκιτικό συμβούλιο της Ευξείνου Λέσχης, στην προσπάθειά του, για την προώθηση της αναγνώρισης του αιτήματος της γενοκτονίας, επισκέφθηκε πρόσφατα τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κωστή Στεφανόπουλο, και του εξέθεσε το θέμα εκτενώς, ο οποίος μάλιστα το γνωρίζει πολύ καλά και υποσχέθηκε ότι όσον αφορά τον ίδιο, θα συνδράμει στην προώθηση αυτού του εθνικού μας θέματος", κατέληξε ο κ. Ακριτίδης.

Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΣΧΑΛΙΔΗΣ
Στη συνέχεια το λόγο πήρε ο υπουργός Μακεδονίας-Θράκης Γιώργος Πασχαλίδης, ο οποίος τόνισε: "Εχουν γραφτεί και ειπωθεί πολλά για τα δραματικά γεγονότα της γενοκτονίας του ποντιακού ελληνισμού. Ανήκω στη δεύτερη γενιά Μικρασιατών προσφύγων και έχω ακούσει ατέλειωτες συζητήσεις, αμέτρητες νύχτες και αμέτρητες μέρες, στο φως της ημέρας, στο φως του ηλεκτρικού και παλιότερα, στην αρχή, καθώς θυμάμαι, λίγο μετά τον πόλεμο, στο φως της λάμπας η των κεριών. Κι όλα αυτά σιγά-σιγά γίναν έναν βαθύς μακρινός πόνος. Ολα αυτά έγιναν κοινωνική συνείδηση.

Οι πρόσφυγες είναι πολίτες του κόσμου. Εξαναγκάστηκαν να πάρουν τους δρόμους, γνώρισαν τον κόσμο, δημιούργησαν και κέρδισαν σαν ένα μέλλον που κανείς δεν τους χάρισε. Πάντα περήφανοι, πρόσφεραν περισσότερα απ' όσα το κράτος ξόδεψε για την αποκατάστασή τους. Εδώ στην Ελλάδα, σε λίγα χρόνια, οι πρόσφυγες κατέφεραν να διπλασιάσουν το εγχώριο εθνικό προϊόν.

Φορτωμένος με αυτά τα βιώματα πήρα στα χέρια μου το βιβλίο της Θίας Χάλο. Ενα βιβλίο που κυκλοφόρησε το 2000 στην Αμερική και αμέσως προκάλεσε το ενδιαφέρον, τόσο για τη δομή του, όσο και για τη θεματολογία του. Είναι η ιστορία μιας γυναίκας που επιβιώνει στο χωνευτήρι της νέας ηπείρου, χωρίς όνομα, χωρίς πατρίδα, χωρίς συγγενική μνήμη. Το μόνο που έχει διασώσει μέσα από την τραυματική παιδική της ηλικία είναι μια σειρά αποσπασματικές εικόνες, θραύσματα από ονόματα, από ήχους που έκλεισαν τον κύκλο τους όταν έφτασε στην Αμερική και από τότε διοχετεύτηκαν στα παιδιά της.

Η Σάνο, μια γυναίκα που γεννήθηκε στον Αγιο Αντώνιο του Πόντου, ένα χωριό ανάμεσα στα Κάβειρα, την πρωτεύουσα του Μιθριδάτη και στο Ορντού, έζησε σε τρυφερή ηλικία τη βία, το διωγμό και την εξορία, στην οποία υποβλήθηκε ο ποντιακός ελληνισμός στα κρίσιμα χρόνια πριν τη Μικρασιατική καταστροφή. Η μάνα της, την άφησε σε μια άγνωστη οικογένεια στα μέρη των Κούρδων, απ' όπου και έφτασε με τα πολλά στην Αμερική, 15 ετών, και έζησε στη Νέα Υόρκη ανατρέφοντας τα 10 της παιδιά.

Στη σελίδα 35 και εφεξής, μαθαίνουμε τον τρόπο με τον οποίο η Θία Χάλο έγινε Ελληνίδα, ενώ προερχόταν από μια οικογένεια, όπου η επιλογή της προσωπικής ιστορίας κάθε μέλους ήταν ελεύθερη. Ως το 1989, η οικογένεια της Σάνο νόμιζε ότι η μάνα της ήταν η μόνη Ελληνίδα Πόντια που υπήρχε στον κόσμο. Αυτή η τρομερή πολιτιστική απομόνωση από τις ρίζες δείχνει επαρκώς τη δύναμη της μνήμης και τη σημασία της παράδοσης, όταν έρχεται από των κόσμο των βιωμάτων. Η συγγραφέας αναφέρει: "Οι μεγάλες μου αδελφές αποφάσισαν να γίνουν Αιγύπτιες, όταν ήταν έφηβες, δηλαδή, όταν συνειδητοποιήσαν ότι είχαν την ανάγκη της ταυτότητας. Δεν ήταν σύγχρονες Αιγύπτιες, δεν γνώριζαν πως ήταν οι σύγχρονοι Αιγύπτιοι. Οσο ήμουνα παιδί, οι φίλοι μου με είχαν ενημερώσει πολλές φορές και με αυθεντία ότι και οι Αιγύπτιοι ήταν επίσης όλοι νεκροί και είχαν γίνει μούμιες προ χιλιάδων ετών.

Αυτό δεν στάθηκε εμπόδιο για μένα. Εγινα κι εγώ Αιγύπτια, όταν ένιωσα την ανάγκη να αποκτήσω μια ταυτότητα. Ημασταν αρχαίοι, ήμασταν μυθικοί, συγγενείς της Νεφερτίτης. Ημασταν πολίτες του κόσμου."

Η εθνική ταυτότητα προέρχεται κατευθείαν από το εσωτερικό του ανθρώπου, από τον αυτοπροσδιορισμό του. Κι αυτή η σκέψη φωτίζει δραματικά στις μέρες μας που βιώνουμε τον ετεροπροσδιορισμό, αλλά και τη σχετική αδυναμία να κατανοήσουμε την άποψη του Αλλου για τις ρίζες του, την καταγωγή του και γιατί όχι και για το όνομά του.

Εντέλει, ο καθένας είναι αυτό που αισθάνεται. Η κατανόηση του Αλλου, η αναγνώριση του Αλλου, ανοίγει το δρόμο για έναν κόσμο ειρηνικό, χωρίς προκαταλήψεις, χωρίς μισαλλοδοξίες, χωρίς τυφλούς φανατισμούς, χωρίς αιματηρές εθνοκαθάρσεις που συνεχίζονται και στις μέρες μας. Η συμφιλίωση που όλοι ζητάμε προϋποθέτει την αλήθεια, την αλήθεια που περιγράφει το βιβλίο.

Ετσι, η αλήθεια και η μνήμη οδηγούν στη συμφιλίωση και όχι στο αντίστροφο μίσος και στην αντεκδίκηση.

Κύριες και κύριοι, διαβάστε το βιβλίο. Θα καταλάβετε με ποιο τρόπο ο πόνος γίνεται σοφία, η μνήμη πείσμα και το πείσμα δικαίωση", κατέληξε ο υπουργός Μακεδονίας-Θράκης.

Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΚΑΜΠΑΡΔΩΝΗΣ
Επόμενος ομιλητής ήταν ο συγγραφέας και δημοσιογράφος Γιώργος Σκαμπαρδώνης, ο οποίος μεταξύ άλλων επισήμανε: "Πριν λίγο καιρό πέθανε μια γριά στη γειτονιά μας. Θάταν καμιά 80αριά χρονών.

Την βρήκαν πεσμένη δίπλα στο ντιβάνι, νάχει στο δεξί της χέρι πεισματικά κλειστό. Οταν μπόρεσε η κόρη της και το άνοιξε, βρήκε πως κρατούσε σφιχτά μέσα στη χούφτα της, το κλειδί από το σπίτι της στη Σμύρνη, απ' όπου είχε ξεριζωθεί η ίδια και η οικογένειά της το 1922, πριν 80 χρόνια σχεδόν. Ηταν τότε μικρό κοριτσάκι. Αλλά επί τόσες δεκαετίες κρατούσε, φύλαγε ζηλότυπα, συντηρούσε, γυάλιζε, χάιδευε, ετούτο το κλειδί. Ισως γιατί είχε ελπίδες να ξανανοίξει η ίδια μ' αυτό το κλειδί, το πατρικό της σπίτι στην παλιά πατρίδα, αλλά ένιωθε πως μέσα σ' αυτό το κλεδί, κρυβόταν η μνήμη, η ψυχή της. Η ιστοριά της, η ιστορία όλου του ξεριζωμού. Ενιωθε ίσως ότι το κλειδί αυτό είναι το αντικλείδι της συνέχειας, της κτήσης, πέρα από τη κτήση, κι ότι κατά βάθος το σπίτι, δεν το έχει μόνο εκείνος που κατέχει τα ντουβάρια, αλλά κυρίως τη μνήμη και τα σύμβολά της...

Γι' αυτό και η Σάνο Χάλο είπε. Το μόνο που ξέρω στα ελληνικά είναι το Πάτερ Ημών. Είναι τυχαίο; Οχι! Γιατί, είναι η φωνή του αμόρφωτου παπά, με το τριμμένο ράσο που μεταγγίζει επίμονα, αδειάλειπτα, 2.000 χρόνια το μεγαλείο του μελωδού η του Μεγάλου Φωτίου, στις άναυδες ψυχές των απλών ανθρώπων. Κλείνει μέσα σ' αυτές τις ψυχές που συντηρούνται και μ' αυτό τον τρόπο, που δεν είναι ο μοναδικός, η συνείδηση του πριν και η συνέχεια. Ειναι αυτοί οι απλοί άνθρωποι, το προζύμι και η προϋπόθεση της ιστορίας. Η σάρκα που υποφέρει και υφίσταται την περιπέτεια του Εθνους, αλλά είναι και το προνομιακό σφαδάζον πέδιο όπου ζυμώνεται καθημερινά και αναβλύζει η πραγματική, η ζώσα γλώσσα, οι λέξεις που γεννούν την τέχνη της αφήγησης, που τραγουδούν, που μαρτυρούν τα πάθεια, που νανουρίζουν τα μωρά, που ψιθυρίζουν τη λέξη πατρίδα, τη λέξη σ' αγαπώ.

Μέσα από τα σπλάχνα του λαού γεννιούνται οι μεγάλοι συγγραφείς και ποιητές. Η Θία Χάλο, κόρη της Σάνο, λοιπόν, αφηγείται το Γολγοθά της μητέρας της. 1919, ξεριζωμός, πορεία θανάτου, συνειδητή γενοκτονία των ελλήνων από τους Τούρκους, κατ' εντολήν Κεμάλ, και βάσει σχεδιασμών που έγιναν από ξένους αξιωματικούς.

Διασώζεται το κοριτσάκι από Αρμένιους, παντρεύεται έναν κάπως ηλικωμένο άντρα, τον Αβραάμ, περνάει τη μεγάλη θάλασσα, καταλήγει στη Νέα Υόρκη, μη έχοντας, ούτε καν το όνομά της, που εξάλλου είναι και το σημαντικότερο.

Εκεί ζει την περιπέτεια της επιβίωσης. Περνούν τα χρόνια, τα καταφέρνει, κάνει πολλά παιδιά, σταθεροποιείται. Ομως κάποτε καταλαβαίνει κι αυτή και η κόρη της, ότι είναι μετέωρες, ότι της λείπει κάτι. Το πριν. Η μνήμη ως αναφορά και ως αυτοσυνείδηση. Οπότε αρχίζει, η αναζητήση της ταυτότητας, του ονόματος. Να μην ξαναθυμίσω ότι "τ' ονομά μας είναι η ψυχή μας", που είπε ο Οδυσσέας Ελύτης, αλλά να πω, πως οι Βούλγαροι, κάναν κάτι χειρότερο.

Από το 1941 ως το 1944, άλλαξαν τα ονόματα των Ελλήνων στα νεκροταφεία. Πήγαιναν ειδικά συνεργεία και άλλαζαν τα ελληνικά ονόματα στους τάφους και τα κάναν βουλγάρικα. Αυτό τι ήταν; Δεν ήταν μια επίθεση εξόντωσης της μνήμης; Δεν ήταν μια γενοκτονία των ονομάτων; Επειδή ήξεραν κι εκείνοι αυτό που είπε ο Μέγας Ναπολέων. "Η μεγαλύτερη δύναμη στον κόσμο δεν είναι ο στρατός, αλλά οι λέξεις".

Επομένως, η μεγαλύτερη προσφορά της συγγραφέως Θίας Χάλο και της μητέρας της Σάνο, είναι η συνεισφορά της στο ξεκαθάρισμα της μούργας της μνήμης μέσα από την τέχνη. Τώρα μάλιστα που ορισμένοι θέλουν να τα ξεχάσουμε όλα αυτά, για να κάνουν την πολιτική του γνωστού Αρλεκιν, με τους συμπαθείς γείτονες. Η διπλωματία χωρίς μνήμη, χωρίς όπλα και χωρίς δύναμη, είναι απλή ικεσία. Δεν είναι πολιτική, είπε ο Βενιζέλος, που κι αυτός βέβαια όπως και οι Λαϊκοί, έκανε λάθη τραγικά.

Κι αυτός κι άλλοι πολιτικοί και στρατιωτικοί, που εξαιτίας τους μέσα στον 20ο αιώνα έχει απωλεσθεί η Βόρεια Ηπειρος, ξανά η Πόλη, η Ανατολική Θράκη, η μισή Κύπρος, η Ιμβρος και η Τένεδος, η Ανατολική Ρωμυλία.

Παντού σ' αυτά τα μέρη, αλλά και σ' όλα τα παράλια της Μαύρης Θάλασσας, υπάρχουν Ελληνες που έζησαν και ζουν σε παραλαγή τα βάσανα της Σάνο Χάλο. Η Χάλο μιλώντας για τον εαυτό της, μιλάει για όλους.

Η γυναίκα αυτή και η κόρη της παίρνοντας το αεροπλάνο και αλλάζοντας αλλεπάλληλα λεωφορεία για να ξαναβρούν τα πάτρια, δηλαδή τη διαδρομή της επιστροφής από τις ΗΠΑ στη γενλεθλια γη, κάναν πάλι το ταξίδι του Οδυσσέα. Ψάχνουν τον παλιό, αναθράσκοντα καπνό, που διαλύεται. Τι κάνουν ταυτόχρονα;

Επαλυθεύουν τον προαιώνιο νόστο των Ελλήνων. Μόνο που στην περίπτωσή τους, την Ιθάκη την κατέχουν, ακόμα μουστακαλήδες μνηστήρες. Συχνά, πολύ ευγενείς με τις τουρίστριες. Η διαδρομή λοιπόν των δύο γυναικών είναι μια πορεία οδυνηρής αυτογνωσίας, όπως νωρίτερα την είχε κάνει ένα άλλος, μικρόσωμος γίγαντας της διασποράς, ο Ηλία Καζάν.

Αλλά και χιλιάδες άλλοι ανώνυμοι Ελληνες σ' όλο και πιο γεμάτα λεωφορεία που πήγαν και πηγαίνουν με τρεμαμένο χέρι ν' αγγίξουν τα παλιά χώματα. Επιστρέφουν πάντα εκεί, είτε με λογισμούς, είτε πραγματικά. Γυρίζοντας στην σάρκα της γης. Γιατί, εκεί είναι η μήτρα όλων μας.

Από εκείνα τα χώματα ξεπήδησε η προαιώνια ψυχή του ελληνισμού, η ποίηση, η περιπέτεια της ευρωπαϊκής σκέψης, ακόμα και ο πυρρίχειος της στρατηγικής, γεννήθηκε εκεί. Ο σκοτεινός Ηράκλειτος, ο τρυφερός Ιαμβος και ο κακός Πόλεμος.

Εκεί γεννήθηκε ο λόγος ως κυματισμός του ακατανόητου, η ανάγνωση σαν εφηβικό κολύμπημα στα άγια νερά του Αϊβαλί, της Τραπεζούντας, της Σινώπης, της Αμάσειας. Ολους αυτούς τους τόπους , με πολλούς τρόπους, τους περιέχουμε ακόμα και μας περιέχουν. Εκείνο δε που κατ' εξοχήν κρατάει τον ιστό, το νήμα της συνέχειας των γενεών και τη σύνδεση μαζί τους, είναι κυρίως η μνήμη δια της τέχνης", κατέληξε ο κ. Σκαμπαρδώνης.

Ο Βλάσης Αγτζίδης
Επόμενος ομιλητής στην εκδήλωση ήταν ο ιστορικός-συγγραφέας Βλάσης Αγτζίδης ο οποίος τόνισε: "Στη Θεσσαλονίκη, που το 1911 οι νεότουρκοι αποφάσισαν σε συνέδριο τους ότι ομάδες που έχουν συγκεκριμένα πολιτιστικά και θρησκευτικά χαρακτηριστικά πρέπει να εξοντωθούν, σ' αυτή την πόλη εμείς τώρα τιμούμε την Ευθυμία, που η μοίρα της έπαιξε τραγικό παιχνίδι, μιας και επέζησε μόνον αυτή από την οικογένειά της.

Το βιβλίο της Θίας Χάλο, που περιγράφει τη ζωή της μητέρας της Ευθυμίας, έρχεται να αναδείξει για άλλη μια φορά, σε ένα άλλο επίπεδο, αυτό που είναι ελλειματικό στη σύγχρονη Ελλάδα, τη λείψη ταυτότητα, της μη συμπερίληψης θα λέγαμε στη συλλογική μνήμη της μεγάλης ιστορικής εμπειρίας των Ελλήνων της καθ' ημάς Ανατολής. Γιατί, την επαύριο του 1922 η εξουσία που δεν κοιτά συναισθηματισμούς και Θυμίες και πρόσφυγες, αποφάσισε για το ίδιον συμφέρον τη λήθη.

Δεν είναι τυχαίο και ίσως να είναι αυτή η μοναδική περίπτωση, που το Κράτος, το οποίο εκπροσωπούσε το Εθνος, πολύ γρήγορα πέρασε στον αναθεωρητισμό που σήμερα αντιμετωπίζουμε ως ιστορική τάση, όσον αφορά τις γενοκτονίες που ακολούθησαν. Δηλαδή, το Ολοκαύτωμα των Εβραίων, που αμφισβητούν πια φιλοναζιστές ιστορικοί, τη γενοκτονία των Αρμενίων, που την αμφισβητούν φιλότουρκοι ιστορικοί.

Εμείς αυτή τη διαδικασία της αμφισβήτησης τη βιώσαμε από το εθνικό μας Κράτος. Κι αυτό αν θέλετε είναι το σκηνικό, που αναδεικνύει ένα σύνολο υποχρεώσεων, όχι μόνο για την ιστοριογραφική επιστήμη, η οποία επίσης λειτούργησε μόνο στο πλαίσιο της επίσημης ιστορίας, αλλά γιατί μέσα στην ιστορία δεν υπάρχουν εκκρεμότητες. Τίποτα δεν μπορεί να μείνει αιωρούμενο. Τίποτα δεν μπορεί να μείνει κρυφό. Θα 'ρχονται συνέχεια Ευθυμίες και θα χτυπούν την πόρτα της λήθης και θα φροντίζουν για την αποκατάσταση της μνήμης.

Και βεβαίως αυτό που σήμερα έρχεται να μας προσφέρει η Ευθυμία Χάλο, ή Σάνο Χάλο όπως μετονομάστηκε, είναι ακριβώς να μας θυμίσει αυτήν ακριβώς την αδήριτη ανάγκη, από την οποία η δικιά μου τουλάχιστον γενιά δεν θα μπορέσει να ηρεμήσει εάν δεν αποκαταστήσει την ιστορική αλήθεια.

Ετσι λοιπόν αυτές οι λευκές σελίδες που καθορίζουν και χαρακτηρίζουν απολύτως όλη αυτή τη νεότερη ιστορία του ελληνισμού κάποια στιγμή να σβήσουν. Αλλά σήμερα υπάρχουν και μπορούμε να πούμε ότι είναι οι κυρίαρχες καταστάσεις.

Ας έρθουμε όμως στο βιβλίο αυτό καθ' αυτό. Το βιβλίο είναι αριστουργηματικό σαν γραφή κι αυτό το οφείλουμε στη συγγραφέα, τη Θία Χάλο, μια κλασσική διανοούμενη της Νέας Υόρκης, η οποία όμως είναι μέσα στις σύγχρονες αναζητήσεις. Στην αναζήτηση της ταυτότητας, είναι οι διανοούμενοι που δεν αποκόβονται από τις ρίζες τους, που καταλαβαίνουν και το νιώθουν, κι αυτό συμβαίνει και με την ελληνική διανόηση, μ' ένα μεγάλο μέρος της όμως, ότι η σύνθεση και η εξέλιξη μπορεί να έρθει μόνο σαν μια ομαλή συνέχεια του παρελθόντος και σαν μια πλήρη γνώση των πάντων.

Και η Θία με τον καλύτερο τρόπο μπόρεσε να εκφράσει αυτή την ανάγκη στην άξενη και αφομοιωτική Νέα Υόρκη. Και το κατάφερε. Και πήγε ψάχνοντας στα τυφλά τον Αϊοντόν, κάπου εκεί στη Βορεια Τουρκία και βρήκε τα ερείπια του χωριού της και έγγραψε αυτό το βιβλίο, μ' αυτή την αριστουργηματική γραφή και με τις συγκλονιστικές εικόνες και με όσον αφορά την ελληνική έκδοση, την πολύ καλή μετάφραση που μπορεί να μας μεταφέρει και σε μας αυτήν ακριβώς τη δομή του βιβλίου. Οι εικόνες είναι συγκλονιστικές.

Το βιβλίο αυτό είναι δομημένο σε τρία μέρη. Στο πρώτο και στο τελευταίο μέρος μιλά η συγγραφέας για τη μητέρα της, και περιστρέφεται γύρω από το ταξίδι προς τον γενέθλιο τόπο, προς τον Αϊοντόν, της Ορντού, των Κοτυώρων στη Βορεία Τουρκία κι ακολουθεί μετά το κυρίως βιβλίο που είναι η αφήγηση της μάνας.

Είναι η αφήγηση από τη στιγμή που γεννήθηκε, από το περιβάλλον που συνάντησε, από της συνθήκες ζωής, από τη φοβερή εξορία με τις άγριες εκείνες συνθήκες, όπου έιχαν ένα στόχο και μόνο, την εξόντωση του χριστιανικού πλυθυσμού. Η προσφορά του βιβλίου είναι ακόμη μεγαλύτερη καθώς η συγγραφέας έχει ιστορικά κείμενα. Φεύγει πια από την αφήγηση και περνά στην ιστορία. Είναι δηλαδή κι ένα ιστορικό πόνημα. Αυτός που θα το διαβάσει αποκτά πια μια πλήρη ιστορική γνώση των δεδομένων.

Μιλά για το ιστορικό πλαίσιο σαν να μιλα ένας ιστορικός. Κατά συνέπεια ο αναγνώστης δεν χαίρεται μόνο τη γραφή, δεν απολαμβάνει έστω μ' αυτό τον πραγματικά συγκινητικό τρόπο, μια μεγάλη ιστορία, μια μεγάλη Οδύσσεια, αλλά μαθαίνει και το πολιτικό και το ιστορικό πλαίσιο, εκείνης της εποχής.

Και αυτή είναι μια πολύ μεγάλη συμβολή, γιατί και το ελληνικό κοινό στερείται εν πολλοίς αυτής της γνώσης, αλλά γιατί ουσιαστικά το νεοϋρκέζικο κοινό, ή το αγγλόφωνο κοινό έχει πια έτοιμη γνώση που δεν μπόρεσε ποτέ ο προσφυγικός ελληνισμός να του τη δώσει. Και ίσως όχι άδικα. Το βιβλίο αυτό αν θέλουμε να το κατατάξουμε μπορεί να το κατατάξουμε σ' αυτό που λέμε προσφυγική λογοτεχνία ή στη μικρασιάτικη λογοτεχνία ή στη λογοτεχνία των προσφύγων και των απογώνων του 1922, από την Ιωνία, τόν Πόντο, την Καππαδοκία, και την Ανατολική Θράκη.

Είναι μοναδικό γιατί μας έρχεται σαν μεταφρασμένο έργο. Είναι μοναδικό έργο της μικρασιατικής λογοτεχνίας, το οποίο εκδίδεται στα αγγλικά. Ανήκει από τη μια στην αμερικανική λογοτεχνία κι από την άλλη, ανήκει και στη μικρασιατική λογοτεχνία.

Αυτή είναι μια ιδιομορφία αυτού του έργου. Μπορεί να ενταχθεί και στο χώρο του μικρασιατικού μυθιστορήματος. Το πολύ σημαντικό αυτό βιβλίο, μπορούμε να πούμε ότι στα νέα ελληνικά, παίζει σε πολλά επίπεδα, έχει να καλύψει πολλά κενά, κι έρχεται να προσφέρει κάτι που το είχαμε ανάγκη, κι εμείς οι απόγονοι των προσφώγων του 1922, αλλά και ο υπόλοιπος ελληνισμός".

Η ΜΑΡΙΝΑ ΦΡΑΓΚΟΥ
Η μεταφράστρια του βιβλίου για την ελληνική έκδοση, ερευνήτρια ανθρωπογεωγραφίας στο πανεπιστήμιο Αιγαίου, Μαρίνα Φράγκου στην ομιλία της υποστήριξε πως "τα γεγονότα που περιγράφονται στο βιβλίο, είναι συγκλονιστικά. Περιγράφουν από μόνα τους, την ιστορία της μητέρας της συγγραφέως, τον βιαίο ξεριζωμό και τον αφανισμό ενός σημαντικού τμήματος του ελληνικού Εθνους, του ποντιακού ελληνισμού. Πιο συγκλονιστικό ακόμα για μένα, που είχα την τύχη να ακολουθήσω την πορεία της έκδοσης από την πολύ αρχή, είναι η συνειδητοποίηση του πόσο άγνωστα είναι τα γεγονότα που περιγράφονται όχι μόνο στο εξωτερικό, αλλά και στην ίδια την Ελλάδα. Και ίσως όχι ακόμα εδώ στη Θεσσαλονίκη, αλλά σίγουρα στην Αθήνα και σε άλλα μέρη της Ελλάδας. Δεν είναι της παρούσης να αναλύσουμε τους λόγους αυτής της εκπληκτικής λήθης που συνόδευσε το νεοελληνικό κράτος τα τελευταία ογδόντα χρόνια. Ισως δεν είναι της πάρουσης να αναλογιστούμε ότι στην περίπτωση που κάνουμε μια πρόχειρη στατιστική, επιτόπια έρευνα, τα ελληνόπουλα που δίνουν εξετάσεις για τα πανεπιστήμια, δε θα γνώριζαν και πολλά πράγματα γι' αυτά τα άγνωστα κεφάλαια της ιστορίας μας.

Η έκδοση του βιβλίου "Ούτε το ονομά μου" στα ελληνικά, είναι μια ευκαιρία για να προβλιματιστούμε για όσα ανέφερα και είναι μια ακόμα μεγαλύτερη ευκαιρία, να αντιληφθούμε πόσο σημαντικός είναι ο κάθε άνθρωπος, η κάθε προσωπική μαρτυρία, ειδικά όταν αυτή καταγράφεται. Η συγγραφέας γεννημένη και μεγαλωμένη στις ΗΠΑ, ένα από τα 10 παιδιά της Ευθυμίας Χάλο, ενταγμένη και ενσωματωμένη σε μια κοινωνία, που φημίζεται για τις πανίσχυρες αφομοιωτικές δυνάμεις της, την Αμερική, ξεκινά μια Οδύσσεια, αναζητώντας τις ρίζες της. Την δική της ρίζα. "Αισθανόμουν ενά κενό", γράφει. Σε κάποιο άλλο σημείο του βιβλίου προβληματίζεται. "Υπήρχαμε πάντα μόνο εμείς. Κάποια όμως μικρά πράγματα, όπως οι λέξεις με την ξενική προφορά που έλεγε η μητέρα μου, κάποια ξένη λέξη εδώ κι εκεί, τα λουκούμια που έφερνε στο σπίτι ο πατέρας μου, οι ντολμάδες, τα τραγούδια, οι ιστορίες μας υπενθύμιζαν ότι οι γονείς μας είχαν έρθει από κάπου αλλού, ότι υπήρχε κάποιο μυστήριο γύρω τους. Ο,τι διέφεραν από μας μ' έναν περίεργο και ανεξερεύνετο τρόπο".

Μεγάλωσε λοιπόν η Θία Χάλο ως Αμερικανίδα, χωρίς την ελληνορθόδοξη εκκλησία, χωρίς την ελληνική γλώσσα, χωρίς τις οργανώσεις των αποδήμων, χωρίς τα ποντιακά σωματεία και τα χορευτικά συγκροτήματα, χωρίς τις επισκέψεις στην Ελλάδα, στο χωριό και στο σπίτι της γιαγιάς. Κι αυτή η Αμερικανίδα, με την Πόντια μητέρα και τον Ασσύριο πατέρα, έκανε ένα πολύ μεγάλο δώρο στην Ελλάδα, χωρίς να είναι και πρόθεσή της, αυτή η εξέλιξη. Εκείνη ήθελε απλά να γράψει την ιστορία της μητέρας της. Μήπως κατάφερνε να την κάνει να ζήσει αιώνια. Ανέδειξε όμως με την επιτυχία της αυτή, ένα κεφάλαιο της ιστορίας της Ελλάδας, που η ίδια η Ελλάδα δεν είχε καταφέρει να κάνει γνωστό στον υπόλοιπο κόσμο, όχι μόνο δεν είχε καταφέρει να πετύχει μια διεθνούς εμβέλειας αναγνώριση των σκοτεινών αυτών σελίδων της ανθρωπότητας, αλλά είχε συμβάλλει στη διαδικασία αποσιώπησης και σβησίματος, εξαφάνισης της συλλογικής μνήμης, ευτυχώς όχι ολοκληρωτικά. Οχι ακόμα τουλάχιστον.

Η συγγραφέας που έγραψε αυτό το βιβλίο στ' αγγλικά κατάφερε ότι έμοιαζε να είναι μέχρι τότε ακατόρθωτο. Να κάνει γνωστή την ιστορία του ποντιακού ελληνισμού στην Αμερική και σήμερα το βιβλίο της να το διαβάζουν οι αμερικανοί, που μέχρι πρότινος, όχι μόνο δεν γνώριζαν τίποτα για τους Πόντιους Ελληνες, αλλά αρχίζουν δυστυχώς, πιστέψτε με, να μην γνωρίζουν και πάρα πολλά πράγματα και για την ίδια την Ελλάδα.

Εχουμε την τιμή να έχουμε κοντά μας την Σάνο (Ευθυμία) Χάλο, η οποία είναι 91 ετών. Σε ηλικία 15 ετών βρέθηκε στην Αμερική, επειδή ο δρόμος της διασταυρώθηκε με αυτόν ενός Ασσύριου αμερικανού που έψαχνε γυναίκα να παντρευτεί. Ηταν θέμα τύχης βέβαια αυτό το γεγονός. Η ίδια το αποδίδει στη διαρκή παρουσία του Θεού, που δεν την εγκατέλειψε ποτέ. Αλλωστε, το μόνο που θυμάται από τα ελληνικά, είναι το "Πάτερ Ημών".

Μήπως η ιστορία της Ευθυμίας, σκιαγράφει όλη την ιστορία του ελληνικού έθνους τον 20ο αιώνα. Υπάρχει κάποιος σ' αυτή την αίθουσα που να μην σχετίζεται έστω και εξ αγχιστείας με κάποιο πρόσφυγα; Υπάρχει κάποιος σ' αυτή την αίθουσα που να μη σχετίζεται με κάποιο μετανάστη; Υπάρχουν 7.000.000 Ελληνεςπου είναι διασκορπισμένοι σε 140 σημεία του κόσμου. Κι αν ήταν η τύχη που ενήργησε κι έφερε την Ευθυμία από τον Πόντο, στα νότια της Τουρκίας, μετά στη Συρία και τελικά στην Αμερική, εκαντοντάδες χιλιάδες άλλοι Πόντιοι αφανίστηκαν. ανάμεσά τους κι ολάκερη η οικογένεια της Ευθυμίας. εκαντοντάδες χιλιάδες άλλοι βρέθηκαν στη Σοβιετική Ενωση, κι η μοίρα τους, τους επεφύλασσε κι άλλες διώξεις αργότερα. Οι περισσότεροι Πόντιοι βρέθηκαν στην Ελλάδα, τη Μακεδονία και τη Θράκη, για να μεταναστεύσουν αργότερα στη Γερμανία, στην Αυστραλία και την Αμερική. Υπάρχουν τρεις γυναίκες κεντρικά πρόσωπα σ' όλη την υπόθεση του βιβλίου. Η πρώτη, η Ελληνίδα του Πόντου, με το κοινό ποντιακό όνομα Παρθένα, είναι μια μάνα που βλέπει να χάνονται ένα-ένα τα παιδιά της, και με μεγάλη δυσκολία είναι αλήθεια, νιώθωντας με το αλάθητο ένστικτο της μάνας, ότι τα πράγματα δυσκολεύουν και πιθανόν να θρηνήσει και τα άλλα παιδιά, αποχωρίζεται την αγαπημένη Ευθυμία, δίνοντάς τη, προσωρινά όπως νόμισε, σε μια οικογένεια για να την προσέξουν. Η πράξη της αυτή είναι καθοριστική. Η ίδια πεθαίνει λίγο αργότερα, όμως η Ευθυμία, έζησε. Εζησε κι είναι μαζί μας απόψε, κι αν η μητέρα της μπορεί και την βλέπει θα ήταν πραγματικά συγκινημένη.

Η δεύτερη γυναίκα είναι η ίδια η Ευθυμία. Δέκα παιδιά έκανε στην Αμερική η Ευθυμία και φρόντισε να τα μεγαλώσει με τον ιδιαίτερο τρόπο που μεγαλώνουν οι Ελληνίδες τα παιδιά τους. Με ήθος, αξιοπρέπεια, αγάπη για την εργασία και την πρόοδο και μεγάλη αυτοθυσία. Καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής της, έκανε στην άκρη, παραμέρισε ακόμη και την ίδια την ταυτότητά της, όταν τα παιδιά της, της το ζήτησαν. Τη ζήτησαν να λέει ότι είναι Αιγύπτια, για να νιώθουν κι αυτά ότι κάπου ανήκουν. Αφού κανένας στην Αμερική δε γνώριζε τι σημαίνει Πόντιος.

Η τρίτη γυναίκα είναι προφανώς, η συγγραφέας του βιβλίου, η Θία, όταν ήταν μικρό κοριτσάκι υποσχέθηκε στη μητέρα της, δύο πράγματα. Πρώτον, ότι θα της έκανε να ζήσει αιώνια και δεύτερον, ότι θα πήγαινε κάποια μέρα να βρεί το σπίτι της. Θα την πήγαινε στην πατρίδα της. Την πατρίδα που ήταν κάπου εκεί χαμένη στα βουνά του Πόντου, στην Τουρκία. Η μεγάλη αγάπη που είχε για την μητέρα της, ανταπόδοση ισάξια που είχε δώσει τόσο γενναιόδωρα στα παιδιά της και η Ευθυμία, της επέτρεψε να τις πραγματοποιήσει και τις δύο υποσχέσεις της. Το 1989 πήρε τη μητέρα της και χωρίς ιδιαίτερες προετοιμασίες, πήγαν μόνες στην Τουρκία, γιανα βρουν τον "Αϊοντόν". η μοίρα τους επεφύλαξε πολλές εκπλήξεις σ' αυτό το ταξίδι. Αποδείχτηκε καθοριστικής σημασίας για τη συγγραφή του βιβλίου που ακολούθησε, και που ήταν μια επίπονη διεργασίακαταγραφής των αναμνήσεων της Ευθυμίας. Η συγγραφή του βιβλίου διήρκεσε εφτά χρόνια. Με τη συγγραφή του βιβλίου η Θία πραγματοποίησε κατά κάποιο τρόπο και τη δεύτερη υπόσχεσή της. Κατάφερε να προσδώσει το στοιχείο της αιωνιότητας στην ιστοριά της μητέρας της, στην ίδια της τη μητέρα. Πιθανά και το ελπίζω ολόκαρδα, το βιβλίο να το διαβάσουν και οι επόμενες γενιές κι έτσι θα ξέρουν", κατέληξε η κ. Φράγκου.

Η ΘΙΑ ΧΑΛΟ
Στη συνέχεια μίλησε η συγγραφέας του βιβλίου Θία Χάλο, η οποία ξεκινώντας την ομιλία της είπε: "Καλησπέρα σας. Είμαι Πόντια. Μπορώ να σας πω τώρα, είμαι Πόντια", και οι εκαντοντάδες παρευρισκόμενοι ξέσπασαν σε ένα παρατεταμένο χειροκρότημα και συνέχισε: "Θέλω να σας ευχαριστήσω όλους που είστε εδώ απόψε. Και η μητέρα μου κι εγώ θέλουμε να σας ευχαριστήσουμε για το γεγονός ότι γεμίσατε την αίθουσα και στέκεστε ακόμα και όρθιοι. Θέλω να σας πω, πόσο όμορφη είναι η Θεσσαλονίκη, δεν την περίμενα τόσο ωραία. Μας έχουν φερθεί όλοι με τόση ευγένεια, καλοσύνη και γενναιοδωρία και σας ευχαριστώ γι' αυτό. Προέρχομαι από δύο αρχαίους πολιτισμούς. Η μητέρα μου είναι Πόντια, Ελληνίδα, από τα πλούσια βουνά της βορειοδυτικής Τουρκίας κοντά στη Μαύρη Θάλασσα κι ο πατέρας μου ήταν Ασσύριος , από το Μαντίν, μια πανέμορφη πέτρινη πόλη στη νοτιοανατολική Τουρκία. Προέρχομαι ακόμη κι από τους Αρμένιους, αφού ήταν αρμενική οικογένεια που έσωσε τη μητέρα μου, όταν βρέθηκε εγκατελλειμένη και μόνη στην ηλικία των 12 ετών.

Αν και οι πρόγονοί μου είχαν υπάρξει για χιλιάδες χρόνια, εγώ που μεγάλωσα στη Νέα Υόρκη, δεν είχα συναντήσει κανέναν που να είχε ακούσει κάτι για τους Πόντιους Ελληνες. Ενώ όταν έλεγα ότι ο πατέρας μου είναι Ασσύριος, κομμάτι ενός λαού που είχαν εκχριστιανιστεί κατά τον 2ο αιώνα μετά Χριστόν, όλοι μου έλεγαν ότι κάνω λάθος. μου έλεγαν ότι οι Ασσύριοι ήταν αρχαίος λαός που δεν υπάρχει πια. Ακόμα κι οι καθηγητές μου, αυτό μου έλεγαν. Αυτός ο αποτελεσματικός ξεριζωμός των λαών της κληρονομιάς μου, από τη συνείδηση του κόσμου, δημιουργούσε ένα κενό μέσα μου. Πως γινόταν να είμαι κάτι που δεν υπήρχε! Η ειρωνεία είναι ότι όλοι έχουν ακουστά τον τουρκικό λαό, αλλά ήταν οι Ελληνες της Μικράς Ασίας, οι Ιωνες, οι Πόντιοι, οι Καππαδόκες που είχαν ζήσει στην περιοχή για περισσότερα από 3.000 χρόνια, από το 1.200 προ Χριστού, δηλαδή, πάνω από 2.00 χρόνια νωρίτερα, και για ακόμα 1.000 χρόνια μετά απ' αυτό. Οι Ασσύριοι και οι Αρμένιοι είχαν επίσης χάσει την πατρίδα τους τη Μικρά Ασία για χιλιάδες χρόνια. Σήμερα ο περισσότερος κόσμος γνώριζει κάτι για τη γενοκτονία των Αρμενίων, λίγοι όμως άνθρωποι εκτός Ελλάδας γνωρίζουν ότι οι σφαγές και οι εξορίες ξεκίνησαν με τους Ελληνες στα παράλια της Μικράς Ασίας, το 1914. Λίγοι γνωρίζουν ότι και οι Ασσύριοι της Τουρκίας σφαγιάστηκαν την ίδια εποχή με τους Αρμένιους το 1915 με 1916. Από το 1914 μέχρι το 1923, πάνω από 3.000.000 χριστιανοί της Μικράς Ασίας, Ελληνες, Ασσύριοι και Αρμένιοι, σφαγιάστηκαν κι εκατομμύρια άλλοι εξορίστηκαν, φέρνοντας έτσι το τέλος της τρισχιλιόχρονης ιστορίας, των ιστορικών αυτών χριστιανικών λαών στην περιοχή, που σήμερα είναι γνωστή ως Τουρκία", κατέληξε η Θία Χάλο.

ΣΥΖΗΤΗΣΗ
Μετά το τέλος των ομιλιών το κοινό έθεσε δυο ερωτήματα στη συγγραφέα και τη μητέρα της. Ρωτήθηκε η συγγραφέας Θία Χάλο, εάν μετά τη συγγραφή του βιβλίου της δέχτηκε απειλές ή επιθέσεις από την Τουρκία και απάντησε: "Οχι, δεν έχω δεχτελι απειλές από την τουρκική κυβέρνηση. Μάλιστα γνωρίζω ότι πάρα πολλοί Τούρκοι έχουν διαβάσει το βιβλίο μου. Βεβαίως είναι υποχρέωσή τους να αρνηθούν, να μην δεχτούν ότι έγιναν αυτά τα γεγονότα, παρά ταύτα όμως φαίνεται ότι συστήνουν το βιβλίο και σε άλλους. Μπορεί επισήμως να αρνούνται ότι έγιναν τα ιστορικά αυτά γεγονότα, όμως εγώ ιδιωτικά έλαβα ένα γράμμα από κάποιο Τούρκο, που μου είπε ότι είναι αληθινά τα όσα γράφω και ότι είναι πάρα πολύ τραγικά αυτά που έγιναν", τόνισε η Θία Χάλο.

Στη συνέχεια υποβλήθηκε από το κοινό ερώτηση στην πρωταγωνίστρια του βιβλίου, τη Σάνο (Ευθυμία) Χάλο για το τι θυμάται από τη ζωή της στον Πόντο και απάντησε: "Θυμάμαι πάρα πολύ καλά πράγματα από τη ζωή μου στα ποντιακά χωριά. Στο χωριό μου τον Αγιο Αντώνιο, τα είχαμε όλα, οι γονείς μου, ο παππούς μου, τα αδέλφια του πατέρα μου, είχαμε μια πάρα πολύ καλή ευλογημένη ζωή. Μετά όμως έγιναν όλα αυτά, και αναγκαστήκαμε να φυγούμε, αφού μας έδιωξαν. Θυμάμαι πως άνθρωποι πέθαιναν στο δρόμο κι αυτό που έχω συγκρατήσει στην ελληνική γλώσσα, είναι το Πάτερ Ημών", κατέληξε η κ. Ευθυμία Χάλο.

Μετά το τέλος της εκδήλωσης ο πρόεδρος της Ευξείνου Λέσχης Θεσσαλονίκης Παναγιώτης Ακριτίδης , ανακοίνωσε ότι με ομόφωνη απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, και εις αναγνώριση της συμαντικής συμβουλής αυτούτου βιβλίου στην προώθηση του αιτήματος αναγνώρισης της γενοκτονίας του ποντιακού ελληνισμού, ομόφωνα ανακήρυξε τη Θία και την Ευθυμία Χάλο, ως επίτιμα μέλη του ιστορικού σωματείου.

Στη συνέχεια ακολούθησε ποντιακή μουσική, με τον Κώστα σιαμίδη στη λύρα και τον Αχιλλέα Βασιλειάδη στο τραγούδι, και το πρώτο τραγούδι ήταν για τη "Μαυροθάλασσα" γραμμένο από τον γιατρό Χρήστο Αντωνιάδη.


webmaster  trapezounta@yahoo.com  © May 1999 

Trapezounta.com is an independent website not affiliated with any organization or institution